Lavoro e ferri, poesie di Christoforos Triandis

Il posto, Ermanno Olmi, 1962_4

Lavoro e ferri, poesie di Christoforos Triandis selezionate da Anna Belozorovitch e tradotte da Francesca Zaccone.

    

    

Christoforos Triandis (Χριστόφορος Τριάντης) è nato nella regione di Etolia-Acarnania, nella Grecia occidentale. Si è laureato alla facoltà di Teologia dell’Università Aristotele di Salonicco e alla facoltà di Storia e archeologia presso l’Università di Atene. Lavora come docente della pubblica istruzione nella regione a Trikala, regione di Tessaglia.
Sue poesie e racconti sono stati pubblicati in numerose riviste letterarie e blog. È del 2017 il suo primo libro di poesia: Ταξίδι στην άκρη των λέξεων [Taxidi stin akri ton lexeon /Viaggio alla fine delle parole], Dianysma, Atene.

In questo stesso numero di Versante ripido potete trovare un’intervista al poeta. Le poesie che qui vi proponiamo state selezionate da Anna Belozorovitch e tradotte da Francesca Zaccone. 

     

I piccoloborghesi e lo sciopero

Un tempo i Martiri erano nelle strade
insieme agli operai.
Ora le parole abbandonano le città
(per noia e per disgusto).
I piccoloborghesi sono i protagonisti della storia.
Sudano per salvare proprietà e acquisizioni,
sussurrando come capocomici liquidati:
denaro, denaro, denaro.
Si perde denaro con gli scioperi.
Il lavoro è sacro,
l’hanno guadagnato a ragione e a torto.
Ma la crisi li rende anche un pelino cauti.
Stringono forte le loro cose,
che non le rubino i paria.
I piccoloborghesi non scioperano,
partecipano al patriottismo.
Le scuole devono essere aperte,
come i servizi,
per il popolo e per la patria, fratello.
Anche il governo è popolare.
Non è poco, è tanto
che qui governino politici eletti.
Per questo i piccolomedi – sempre –
preferiscono loro stessi
piuttosto che la lotta.
Gli anziani hanno insegnato loro
a ridere delle lotte.
Ebbene, il loro slogan
lo ripetono ogni giorno
e con esso passeranno alla storia:
denaro, denaro, denaro,
fratello.

     

Οι Μικροαστοί και η απεργία

Κάποτε οι Μάρτυρες ήταν στους δρόμους
μαζί με τους εργάτες.
Τώρα οι λέξεις εγκατέλειψαν τις πόλεις
(από πλήξη κι αηδία).
Οι μικροαστοί είναι οι πρωταγωνιστές της  ιστορίας.
Μοχθούν να σώσουν ιδιοκτησίες και κεκτημένα,
ψιθυρίζοντας σαν τους ξοφλημένους θιασάρχες :
λεφτά, λεφτά, λεφτά.
Χάνονται λεφτά με τις  απεργίες.
Η εργασία είναι ιερή,
την κέρδισαν αξίως και δικαίως.
Αλλά η κρίση τούς κάνει και ολίγον επιφυλακτικούς.
Τα πράγματά τους κρατούν σφιχτά,
μήπως και τα κλέψουν οι παρίες.
Οι μικροαστοί δεν απεργούν,
συμμετέχουν στον πατριωτισμό.
Τα σχολεία πρέπει να ‘ναι ανοιχτά
όπως κι οι υπηρεσίες,
για τον λαό και την πατρίδα ρε αδελφέ.
Είναι και η κυβέρνηση λαϊκή.
Λίγο δεν είναι, μα πολύ
οι εκλεκτοί πολιτικοί να κυβερνούν τον τόπο.
Γι’ αυτό οι μικρομεσαίοι –πάντα-
τους εαυτούς τους προτιμάνε
κι όχι τους αγώνες.
Οι δημογέροντες  τους δίδαξαν
να χλευάζουν τους αγώνες.
Λοιπόν, το σύνθημά τους
καθημερινά  το λένε
και με αυτό  θα περάσουν στην αθανασία:
λεφτά, λεφτά, λεφτά,
ρε αδελφέ.

*

Lavoro e ferri

Eh, se ne sentono di inni
al lavoro umano
(al suo valore, è chiaro).
O mia cara gente
lo sanno tutti: la virtù sta nel mezzo
per prosperare e conoscersi,
chi non vuole lavorare non mangi!
E per i disoccupati poco male,
arriverà il loro turno di distinguersi
(presto) alle cave dell’operosità.
Figuriamoci, l’onesto lavoro ricompensa
tutti con precisione matematica
(di conti e di paghe).
Sì, traggono benefici
i pilastri della fatica.
Per migliaia di anni, migliaia (davvero)
le mani e la mente della forza lavoro
tirarono su cose importanti:
castelli e cannoni,
cimiteri e palazzi,
fogne e gabbie
per animali e persone.
E le meraviglie (sette o anche più)
della storia
le mani – operaie – le eressero nel tempo.
Ma i signori addormentati dimenticano
(mentre prendono il sole nei secoli)
di parlare dei banali monumenti,
che costeggiano le strade del santo lavoro.
Sì, parlo dei ferri
(di secoli e secoli)
che tutto incatenano
il sole, la luna e le stelle
ché le masse non li vedano
e indietreggino
ed eludano gli ordini ben chiari
degli eunuchi.
Delle corde di ferro che legano la gioia
finché non si scioglie
e diventa amara come un mare sterile.
Delle catene dorate che stringono
i bisogni dei poveri,
finché diventano desideri lontani
mascheroni di piacere,
pronti alla vendita
e non all’acquisto.
Dei fazzoletti di ferro che chiudono
gli occhi perché fissino il buio come fosse luce
e vedano
i pipistrelli più belli delle rondini.
Degli anelli di ferro che spaventano le vite,
e le offrono in omaggio al diavolo,
tanto per oliare il meccanismo dei mercati
e della natura (in secondo luogo).
Delle uova di ferro che imprigionano
carni e cannoni,
finché diventano palle di carne
lanciate urlanti sull’umanità,
perché pasteggino i fabbricanti d’armi
a ossa e sangue sui campi di battaglia.
Delle scatole di ferro
che rendono il pane veleno,
perché mangino e bevano i signori perbene
nelle chiese e nelle birrerie
e poi uccidano i matti
che insultano i mercanti d’anime
saccheggiatori di innocenti.
Dei ferri invisibili che legano anche me,
che dimentico le parole,
e i padroni della volgarità
benedico,
insieme ai boia
dai volti segnati.
Sì, è noto che i boia
(e i giustiziati)
vengono mostrati ogni giorno ai bambini
affinché si abituino
a morte e oscenità…

     

Εργασία και σίδερα

Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλούβια
για ζώα κι ανθρώπους.
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες
και ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να τους βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις προσφέρουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι κρεάτινες μπάλες να γίνουν
και με κραυγές στην ανθρωπότητα να χιμήξουν,
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
με κόκαλα και αίμα στα πεδία των μαχών.
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
στις εκκλησίες και τα ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν του τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους των ψυχών
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν…

*

          

Il posto, Ermanno Olmi, 1962
Il posto, Ermanno Olmi, 1962

Gentile lettore, all'autore di questo articolo farà molto piacere se vorrai lasciare un commento.

%d blogger hanno fatto clic su Mi Piace per questo: